ΟλΑΠ 1/2023 · Κριτική αποτίμηση
Εισαγωγή – Το νομικό ζήτημα και η ουσιαστική διαφωνία
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1/2023) κλήθηκε εσπευσμένα, μετά από την απόρριψη της νομιμοποίησης των διαχειριστών τραπεζικών πιστωτικών ανοιγμάτων από Τμήμα του Δικαστηρίου και σειρά αποφάσεων κατώτερων δικαστηρίων, να αποφασίσει για το οριακής σημασίας και για την αγορά τιτλοποιήσεων ζήτημα, αν οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) του ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι) και όταν η διαχείριση αφορά απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν με τιτλοποίηση κατά τον ν. 3156/2003. Η πλειοψηφία (13 μέλη) απάντησε καταφατικά, επεκτείνοντας ερμηνευτικά το άρθρο 2 § 4 ν. 4354/2015. Η μειοψηφία (9 μέλη) τήρησε αυστηρή θέση, αρνούμενη την επέκταση.
Η ανάλυση αποδεικνύει ότι η ερμηνεία της μειοψηφίας είναι η ορθή και εκείνη που ανταποκρίνεται στη λογική και το σκοπό του νομοθέτη, την ιστορία, την κοινωνική πραγματικότητα και τις γενικές αρχές του δικαίου και ότι η γνώμη της πλειοψηφίας είναι αστήρικτη και λανθασμένη.
2. Ζήτημα: Ιδιότητα μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου
2.1. Η θέση της πλειοψηφίας
Η πλειοψηφία δέχεται ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία ανευρίσκεται με τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης ώστε μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα της, μέσα από την αξιολογική αναζήτηση και στάθμιση του αντικειμενικού νοήματος του νόμου, δηλαδή της ενυπάρχουσας στον κανόνα δικαίου λογικής και ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχόμενων συμφερόντων και αναγκών να εντοπίσει το νόημα που μπορεί να οδηγήσει στην πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του νομοθέτη.
Το Δικαστήριο εξειδίκευσε ότι το νόημα αυτό είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Για την υποστήριξη της κρίσης του επικαλέστηκε αφ’ ενός την απόδοση της ιδιότητας του μη δικαιούχου σε τρεις περιπτώσεις και επάρκεια της θέσμισης της εποπτείας της ΤτΕ και αφετέρου της θέσμισης καθεστώτος αδειοδότησης των διαχειριστών πιστωτικών ανοιγμάτων.
2.2. Η θέση της μειοψηφίας
Η μειοψηφία ορθώς επισήμανε ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των διαδίκων διασπά τον θεμελιώδη δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο το υποκείμενο της επίδικης έννομη σχέσεως και ο νομιμοποιούμενος προς διεξαγωγή της δίκης, αυτή είναι επιτρεπτή μόνο στις κατά νόμο αναγνωριζόμενες περιπτώσεις, οι οποίες δεν μπορούν να γενικευθούν με συμφωνία των μερών, ούτε να επεκταθούν, βάσει αναλογικής εφαρμογής ή ερμηνείας, γι’ αυτό και η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων οφείλει να είναι “αυστηρή”. Τούτο σημαίνει ότι η ένταξη μιας περιπτώσεως στην κατηγορία του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου πρέπει να στηρίζεται σε ρητή νομοθετική βούληση, δηλαδή σε συγκεκριμένες διατάξεις νόμου -και οπωσδήποτε όχι στην ιδιωτική αυτονομία- με την έννοια ότι απαιτείται από τις εν λόγω διατάξεις να προκύπτει άμεσα ότι πρόκειται για δικαστική άσκηση, στο όνομα ενός προσώπου, δικαιώματος που ανήκει σε άλλο πρόσωπο.
2.3. Αξιολόγηση – Η διπλή πλημμέλεια της πλειοψηφίας
Η διπλή πλημμέλεια της πλειοψηφίας: Η πλειοψηφία επικαλείται την ανάγκη αξιολογικής αναζήτησης, ωστόσο η ίδια δεν εφαρμόζει τη μέθοδο που επικαλείται. Η πλημμέλεια είναι διπλή.
- 1η πλημμέλεια (επιλεκτική μνεία): Μνημονεύει μόνο τρεις κλασικές περιπτώσεις μη δικαιούχων διαδίκων (σύνδικος, διαχειριστής, εκτελεστής), αποκρύπτοντας το σύνολο των περιπτώσεων (εισαγγελέας, Κεντρική Αρχή, Υπουργός Οικονομικών, ενώσεις καταναλωτών κ.λπ.).
- 2η πλημμέλεια (παράλειψη κοινού χαρακτηριστικού): Αγνοεί το κοινό γνώρισμα όλων των κλασικών περιπτώσεων: την ύπαρξη θεσμικά προσδιορισμένης δημόσιας υποχρέωσης ή αντικειμενικής αδυναμίας του δικαιούχου.
2.4. Το κοινό γνώρισμα των μη δικαιούχων διαδίκων – Δημόσια υποχρέωση
✔ Κοινός παρονομαστής: Σε όλες τις κλασικές περιπτώσεις (σύνδικος πτώχευσης, αναγκαστικός διαχειριστής, εκτελεστής διαθήκης, εκκαθαριστής κληρονομίας, διάδικος που διέθεσε το επίδικο αντικείμενο, πλαγιαστικός ενάγων-δανειστής, αναγνωρισμένες ενώσεις καταναλωτών, Εισαγγελέας, Υπουργός Οικονομικών, Κεντρική Αρχή, πλοίαρχος, Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας), ο φορέας της εξαιρετικής νομιμοποίησης ενεργεί υπό θεσμικά προσδιορισμένη υποχρέωση παροχής δημόσιας ή συλλογικής υπηρεσίας, δεσμευόμενος από καθήκοντα αντικειμενικής δράσης, νομιμότητας και υπηρεσιακής ευθύνης. Η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση δεν απονέμεται ως προνόμιο, αλλά ως αναγκαίο μέσο εκπλήρωσης της θεσμικής αποστολής.
2.5. Η αντίθεση με τις ΕΔΑΔΠ – Ιδιωτικές, κερδοσκοπικές, αλλοδαπής προέλευσης
◊ Αντιπαραβολή: Οι ΕΔΑΔΠ δεν έχουν καμία θεσμική δημόσια αποστολή. Είναι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, συχνά θυγατρικές αλλοδαπών Ταμείων (funds), που δρουν αποκλειστικά με γνώμονα το κέρδος (αμοιβή συνδεδεμένη με εισπράξεις). Η ανάθεση της διαχείρισης δεν γίνεται λόγω αδυναμίας του δικαιούχου (η Εταιρία Ειδικού Σκοπού μπορεί να ενάγει), αλλά για λόγους οικονομικής οργάνωσης. Η εξομοίωσή τους με τον σύνδικο ή τον εισαγγελέα αποτελεί κατηγοριακό σφάλμα.
2.6. Παραβίαση των κριτηρίων Altmark – Έλλειψη ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας
Η νομολογία του ΔΕΕ (απόφαση Altmark, C-280/00) θέτει τέσσερα σωρευτικά κριτήρια. Το πρώτο κριτήριο απαιτεί ο φορέας να επιφορτίζεται με σαφώς καθορισμένες υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Στην περίπτωση των ΕΔΑΔΠ:
- Δεν τους έχει ανατεθεί οποιαδήποτε υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας (η διαχείριση ΜΕΔ εξυπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα των αγοραστών των πιστώσεων).
- Δεν υποχρεούνται να λειτουργούν χωρίς κερδοσκοπικό κίνητρο ή υπό καθεστώς ουδετερότητας.
- Η «εξυγίανση» του τραπεζικού συστήματος δεν συνιστά ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας υπό την έννοια Altmark, αλλά οικονομική πολιτική.
3. Ζήτημα: Έννομο συμφέρον – Η απόρριψη των παρεμβάσεων
Ο αποκλεισμός του δικαιώματος της κοινωνίας των πολιτών να συμμετέχει στα κοινά σε θέματα δημοσίου συμφέροντος αποκαλύπτει αναχρονιστική αντίληψη της πλειοψηφίας και ανοίγει μεγάλο θέμα ανάγκης άμεσης θέσμισης. Η πλειοψηφία απέρριψε τις παρεμβάσεις της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, της Ένωσης Ξενοδόχων Ηρακλείου και της «Ναυπηγοεπισκευαστικής Σαλαμίνος ΑΕ» λόγω έλλειψης άμεσου εννόμου συμφέροντος.
3.1. Αξιολόγηση – Γιατί η ερμηνεία αυτή είναι προβληματική
◊ Κριτική σημείο 1 – Αγνόηση της θεσμικής αποστολής: Η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων έχει κατά νόμο σκοπό «την προάσπιση και προβολή των συμφερόντων των μελών της». Η απόφαση αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσεις-μέλη θα αντιμετωπίζουν αγωγές από ΕΔΑΔΠ. Το συμφέρον είναι άμεσο, συλλογικό και θεσμικό, όχι απλώς γενικό.
◊ Κριτική σημείο 2 – Ασυμμετρία: Ενώ οι παρεμβάσεις υπέρ των servicers έγιναν δεκτές, οι παρεμβάσεις κοινωνικών φορέων απορρίφθηκαν. Αυτό δημιουργεί παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων (άρθρο 6 ΕΣΔΑ).
◊ Κριτική σημείο 3 – Συνέπεια για το κράτος δικαίου: Ο αποκλεισμός των συλλογικών φορέων από μια δίκη που καθορίζει το δικονομικό καθεστώς για χιλιάδες οφειλέτες στερεί από τη νομολογία της Ολομέλειας τη νομιμοποίηση που θα είχε αν είχε ακουστεί η κοινωνία.
4. Ζήτημα: Η μετέπειτα νομοθετική «επιβεβαίωση» ως ομολογία ελλείμματος
◊ Παρατήρηση: Λίγους μήνες μετά την ΟλΑΠ 1/2023, το άρθρο 115 του ν. 5072/2023 θέσπισε ρητά την εξαιρετική νομιμοποίηση των ΕΔΑΔΠ και για τις τιτλοποιήσεις. Η βιαστική νομοθετική παρέμβαση αποτελεί εμμέσως παραδοχή ότι η προηγούμενη ερμηνεία δεν ήταν αυτονόητη, αλλά δημιουργούσε κενό το οποίο ο νομοθέτης έσπευσε να καλύψει αναδρομικά.
✔ Συνέπεια για την κριτική: Το στοιχείο αυτό ενισχύει την άποψη της μειοψηφίας: αν το δίκαιο ήταν ήδη σαφές, η νομοθέτηση θα ήταν περιττή. Η πλειοψηφία ουσιαστικά άσκησε νομοθετικό έργο, παραβιάζοντας τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.
5. Ζήτημα: Ο «νομικός δαρβινισμός» – Επιλεκτική χρήση των νόμων
◊ Ανάλυση της έννοιας: Οι υπόψη οντότητες επέλεξαν συνειδητά τον ν. 3156/2003 για να αποφύγουν τις δεσμεύσεις του ν. 4354/2015 (υποχρέωση διακανονισμού, φορολόγηση). Με την απόφαση της πλειοψηφίας, απέκτησαν επιπλέον και τα δικονομικά πλεονεκτήματα του ν. 4354/2015, χωρίς να υποστούν το κόστος που ο νόμος αυτός προβλέπει. Αυτή η επιλεκτική, εργαλειακή χρήση των νομικών καθεστώτων — ό,τι συμφέρει από τον έναν, ό,τι συμφέρει από τον άλλον, χωρίς συνοχή — συνιστά μια μορφή νομικού δαρβινισμού.
6. Συμπεράσματα – Τελικές κρίσεις
✔ Η μειοψηφία υπερασπίζεται την ασφάλεια δικαίου, την αυστηρή ερμηνεία των εξαιρετικών δικονομικών κανόνων και, κυρίως, τον οφειλέτη. Η θέση της είναι δογματικά συνεπής, κοινωνικά ευαίσθητη και νομικά θεμελιωμένη.
✘ Η πλειοψηφία υιοθέτησε μια ερμηνεία σκοπιμότητας — όχι νομικής αλήθειας. Η απόφασή της χαρακτηρίζεται από δομημένη ασάφεια, ανεπαρκή αιτιολογία, αγνόηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και κατηγοριακό σφάλμα.
Τελική κρίση: Η ΟλΑΠ 1/2023, ως προς την επέκταση της κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης, είναι νομικά επισφαλής, δογματικά ευάλωτη και κοινωνικά αποκλειστική. Θα ήταν προτιμότερη η αποδοχή της μειοψηφίας, αφήνοντας στον νομοθέτη —όχι στον δικαστή— την ενδεχόμενη επέκταση της εξαιρετικής νομιμοποίησης.
Δεν δικαιούται έπαινο για τελολογική ερμηνεία η πλειοψηφία. Τον δικαιούται η μειοψηφία. Η μειοψηφία είναι η φωνή της νομικής λογικής που σέβεται την ιστορία των νόμων, την κοινωνική πραγματικότητα, τις γενικές αρχές του δικαίου και τη διάκριση των εξουσιών.
Παράρτημα – Συγκριτική αντιπαράθεση & κριτική ανά ζήτημα
Για την πλήρη, αναλυτική συγκριτική αντιπαράθεση των δύο γνωμών (πλειοψηφίας – μειοψηφίας), παραπέμπουμε στον ειδικά διαμορφωμένο πίνακα που φιλοξενείται στην ξεχωριστή σελίδα:
→ Συγκριτικός πίνακας γνωμών στην ΟλΑΠ 1/2023 (πλήρης ανάλυση)