ΕΔΑΔΠ & ΕΑΑΔΠ — Η «Εξαιρετική Νομιμοποίηση» ως Παράνομο Προνόμιο
Γιατί η αναγνώριση δικονομικής δράσης σε ιδιωτικές εταιρίες διαχείρισης ΜΕΔ
συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με τα άρθρα 107/108 ΣΛΕΕ
και τα τέσσερα κριτήρια Altmark.
1. Το δικονομικό πλαίσιο της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης
Η επίκληση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης προϋποθέτει, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ
και τη συναφή νομολογία, την ύπαρξη ιδίου, άμεσου και αυτοτελούς εννόμου
συμφέροντος του παρεμβαίνοντος — δηλαδή συμφέροντος διακεκριμένου τόσο
από εκείνο του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει όσο και από απλή οικονομική
ή λειτουργική συνάφεια με την έκβαση της δίκης.
Το αυτοτελές έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ίδιο, άμεσο και
αυτοτελές — διακεκριμένο τόσο από το συμφέρον του διαδίκου υπέρ του
οποίου παρεμβαίνεται όσο και από οποιαδήποτε απλή οικονομική ή λειτουργική
συνάφεια με την έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, η παρεμβαίνουσα δεν διαθέτει τέτοιο ίδιο έννομο
συμφέρον, καθόσον ομολογείται δικαστικά ότι το συμφέρον που αντλείται είναι
εκείνο της Pillar. Η επίκληση εννόμου συμφέροντος συνδεόμενου αποκλειστικά με
την έκβαση της δίκης υπέρ της τράπεζας ή της Pillar αναιρεί εννοιολογικά τον
«αυτοτελή» χαρακτήρα της παρέμβασης, διότι τη μετατρέπει σε απλή διαδικαστική
υποστήριξη αλλότριου δικαιώματος — η οποία κατά το σύστημα της πολιτικής
δικονομίας δεν αρκεί για τη θεμελίωση παραδεκτής αυτοτελούς παρέμβασης.
2. Η πλειοψηφία ΟλΑΠ 1/2023 και η κρίσιμη πλημμέλειά της
Και είναι μεν αληθές ότι αναγνωρίστηκε με τις διατάξεις του Α2 §4 ν. 4354/2015
στις Ε.Δ.Α.Δ.Π. εξαιρετική νομιμοποίηση· όμως το κράτος και οι οντότητες
διαχείρισης των ΜΕΔ επικαλούνται ότι εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του
ν. 3156/2003. Η πλειοψηφία της ΟλΑΠ 1/2023 επεξέτεινε ερμηνευτικά τις διατάξεις
αυτές και αναγνώρισε ότι παρέχεται «εξαιρετική νομιμοποίηση» στις Ε.Δ.Α.Δ.Π. —
αν και δεν περιλαμβανόταν ρητώς. Το ελληνικό κράτος έσπευσε να τη νομοθετήσει
με το Α115 ν. 5072/2023, στο πλαίσιο δημιουργίας βάσης «ισχυρισμού» ρητής
νομοθετικής πρόβλεψης.
Η γνώμη της πλειοψηφίας αγνόησε το κρίσιμο κοινό γνώρισμα
όλων των κλασικών περιπτώσεων εξαιρετικής νομιμοποίησης: την ύπαρξη
θεσμικά προσδιορισμένης δημόσιας υποχρέωσης. Η απλή επίκληση
λειτουργικής ενότητας του συστήματος δεν αρκεί. Η δικονομική ευχέρεια
δεν υποκαθιστά τη ρητή νομοθετική επιλογή, ούτε η αποτελεσματικότητα
της αγοράς δύναται να περιορίσει θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Η Ε.Δ.Α.Δ.Π. δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ούτε ως «μη δικαιούχος
διάδικος», διότι η «εξαιρετική νομιμοποίηση» που της αναγνωρίζεται
δεν πληροί οποιαδήποτε από τις δογματικές προϋποθέσεις που η πολιτική
δικονομία, η επιστήμη και η βιβλιογραφία αναγνωρίζει για μια τέτοια
δικονομική υποκατάσταση.
3. Οι κλασικές περιπτώσεις μη δικαιούχων διαδίκων
Η ελληνική έννομη τάξη επιτρέπει την εξαιρετική νομιμοποίηση μόνο σε
περιπτώσεις όπου ο πραγματικός δικαιούχος αδυνατεί αντικειμενικά να ασκήσει
το δικαίωμά του, όπου απαιτείται προστασία συλλογικού συμφέροντος, θεραπεία
σύγκρουσης συμφερόντων ή αποτροπή βλάβης τρίτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα:
- Σύνδικος πτωχεύσεως για τις δίκες της πτωχευτικής περιουσίας
- Αναγκαστικός διαχειριστής, εκτελεστής διαθήκης, εκκαθαριστής κληρονομίας
- Διάδικος που διέθεσε το επίδικο αντικείμενο κατά τη διάρκεια της δίκης
- Πλαγιαστικός ενάγων-δανειστής του δικαιούχου του επίδικου δικαιώματος
- Αναγνωρισμένες ενώσεις καταναλωτών, ΤΕΕ, Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης
- Εισαγγελέας στη δίκη ακυρώσεως γάμου
- Υπουργός Οικονομικών επί κοινωφελών περιουσιών
- Κεντρική Αρχή για τη διεθνή απαγωγή παιδιών
- Πλοίαρχος, εφοπλιστής ή πλοιοκτήτης σε περίπτωση επιθαλάσσιας αρωγής
- Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας για τις δίκες των μονών
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι φορείς ενεργούν υπό ιδιότητα
θεσμικά προσδιορισμένης υποχρέωσης παροχής δημόσιας ή συλλογικής
υπηρεσίας, δεσμευόμενοι από καθήκοντα αντικειμενικής δράσης,
νομιμότητας και υπηρεσιακής ευθύνης. Η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησή τους
δεν απονέμεται ως προνόμιο, αλλά ως αναγκαίο μέσο εκπλήρωσης
της θεσμικής τους αποστολής.
4. Η εναλλακτική που δεν επελέγη — το ευρωπαϊκό μοντέλο bad bank
Αν το κράτος και ο τραπεζικός τομέας ήθελαν πραγματικά να υπηρετήσουν
το γενικό δημόσιο συμφέρον και τις αρχές ισότητας και αναλογικότητας,
θα δημιουργούσαν — σύμφωνα με τους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων —
bad banks ή ανεξάρτητους δημόσιους φορείς με υποχρεώσεις
παροχής δημόσιας υπηρεσίας.
ΚΕΔΙΠΕΣ (Κύπρος)[2],
NAMA (Ιρλανδία), SAREB & FROB (Ισπανία),
FMS Wertmanagement (Γερμανία), HETA Asset Resolution
(Αυστρία): κλασικές ευρωπαϊκές bad banks με εγκεκριμένο καθεστώς κρατικής
ενίσχυσης, αντικειμενική εντολή και υποχρέωση επιστροφής ενίσχυσης —
χωρίς τιτλοποίηση με κρατική εγγύηση, χωρίς επέκταση δραστηριοτήτων.
Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει ήδη για 11ο έτος στην Ελλάδα είναι σύμπραξη
κράτους, τραπεζικού τομέα και ιδιωτικών κερδοσκοπικών εμπορικών σχημάτων
για τη διαμόρφωση λεόντειου πλαισίου διαχείρισης πιστωτικών ανοιγμάτων.
«Άγνωστοι, ως επί το πλείστον αλλοδαποί επενδυτές να αποκτήσουν δικαίωμα
είσπραξης δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς έδρα στη χώρα, χωρίς ΑΦΜ, χωρίς
εγγραφή στα εμπορικά μητρώα, με fast track δικαστικές διαδικασίες και
διαδικασίες διπλής είσπραξης.»
5. Η οικονομική διάσταση — ποσοτικοποίηση της ενίσχυσης
Η «εξαιρετική νομιμοποίηση» δεν λειτουργεί απλώς ως δικονομική διευκόλυνση,
αλλά ως μηχανισμός αποφυγής φορολογικών υποχρεώσεων που θα
ήταν αναπόφευκτες εάν τα funds εμφανίζονταν τα ίδια ως διάδικοι — γεγονός
που ενισχύει περαιτέρω τον χαρακτήρα της ρύθμισης ως έμμεσης κρατικής
ενίσχυσης μεγάλης κλίμακας.
€ 2.640.000.000
Παραδοχή: funds αγόρασαν στο 10% · χαρτοφυλάκια >€120 δισ. ονομαστικής αξίας ·
φόρος εισοδήματος 22% × €12 δισ. κέρδος = €2,64 δισ. που διοχετεύθηκαν
στην αλλοδαπή αφορολόγητα. Στην Ελλάδα απέμειναν τα ψίχουλα του φόρου
εισοδήματος των εταιριών διαχείρισης από τις συμφωνημένες προμήθειες.
Οι αγοραστές ασκούν δικαιώματα, εισπράττουν απαιτήσεις και ενεργοποιούν
τον κρατικό μηχανισμό αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς:
- Μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα
- Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ)
- Καταχώρηση στο ΓΕΜΗ
- Φορολογική υποχρέωση επί των κερδών
- Υπαγωγή στη φορολογική εθνική μεταχείριση
Σημειώνεται ότι από το 2023 το κράτος μερίμνησε να συμπεριλάβει και
φυσικά πρόσωπα ως δυνητικούς αγοραστές πιστώσεων
(Α4 §§4, 6, 21, 23 ν. 5072/2023) — δικαίωμα που το ίδιο κράτος
αρνήθηκε στον δανειολήπτη.
6. Παράβαση άρθρου 107 ΣΛΕΕ — τα τέσσερα κριτήρια Altmark
Η επίμαχη ρύθμιση παρέχει σε αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια θεσμικό
πλεονέκτημα που δεν απολαμβάνει καμία εγχώρια επιχείρηση. Πρόκειται για
κρατική, έμμεση, ασυμβίβαστη με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και
μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση
(32012D0021),
η οποία δεν πληροί κανένα από τα τέσσερα σωρευτικά
κριτήρια
Altmark (C-280/00):
❌ Χωρίς ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας
❌ Χωρίς αντικειμενικά, εκ των προτέρων κριτήρια αποζημίωσης
❌ Χωρίς μηχανισμό αποφυγής υπεραντιστάθμισης
❌ Χωρίς διαδικασία δημόσιου διαγωνισμού ή συγκριτικής ανάλυσης κόστους
Η ενίσχυση αυτή:
- Δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή (άρθρο 108 §3 ΣΛΕΕ)
- Στρεβλώνει/νοθεύει τον ανταγωνισμό
- Επηρεάζει το ενδοενωσιακό εμπόριο (Α101 επ. και 107 ΣΛΕΕ)
- Παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα σε αλλοδαπούς επενδυτές
- Αποκλείει εγχώριους φορείς από ισότιμη συμμετοχή στην αγορά NPLs
- Υπονομεύει την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας
7. Συμπέρασμα — Ανυπόστατη και ανίσχυρη η «εξαιρετική νομιμοποίηση»
Η παροχή «εξαιρετικής νομιμοποίησης» στις ΕΔΑΔΠ, είτε κατ’ εφαρμογή
του ν. 4354/2015, είτε του ν. 3156/2003, είτε του ν. 5072/2023, αποτελεί
παράνομη ενίσχυση ασυμβίβαστη με τους κανόνες της εσωτερικής
αγοράς — ανυπόστατη και ανίσχυρη κατά τη συνδυασμένη ερμηνεία
Α108–101 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με τα Α178, 180 ΑΚ.
Το θεσμικό πλαίσιο που παράγει την ενίσχυση αυτή, καθώς και οι πράξεις
που στηρίζονται σε αυτήν — συμβάσεις πώλησης, μεταβίβασης,
διαχείρισης, τιτλοποιήσεις, εκτελέσεις — είναι ανυπόστατες,
ανίσχυρες, άλλως άκυρες κατά τα Α101 επ. και 107–108 ΣΛΕΕ.
Ορθώς η μειοψηφία της ΟλΑΠ 1/2023 επισήμανε ότι η κατ’ εξαίρεση
νομιμοποίηση δεν μπορεί να επεκτείνεται ερμηνευτικά — ιδίως όταν αφορά
ιδιωτικούς φορείς χωρίς δημόσια αποστολή. Η αποσπασματική, ερμηνευτική
και επικίνδυνη αναγνώριση δικονομικής δράσης σε ιδιωτικούς διαχειριστές
απαιτήσεων δημιουργεί προηγούμενο με τραγικές συνέπειες
— τόσο για το κράτος δικαίου όσο και για το εμπόριο εντός της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.[1]
Υποσημειώσεις
Σύμφωνα με το άρθρο 7 ν. 5072/2023:
- Οι διαχειριστές πιστώσεων επιτρέπεται να εισπράττουν και να κατέχουν χρηματικά ποσά από δανειολήπτες, με σκοπό τη μεταβίβασή τους στους αγοραστές πιστώσεων.
- Υποχρεούνται να διατηρούν χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή λειτουργεί στην Ελλάδα, στον οποίο πιστώνονται και φυλάσσονται τα εισπραττόμενα ποσά. Επίσης να παραδίδουν απόδειξη ή βεβαίωση απαλλαγής στον δανειολήπτη.
- Κρίσιμο: Ο λογαριασμός αυτός είναι ανεκχώρητος και ακατάσχετος έναντι οποιουδήποτε τρίτου — συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και του e-ΕΦΚΑ — δεν υπάγεται στην πτωχευτική περιουσία και αποδίδεται εξ ολοκλήρου στον αγοραστή πιστώσεων.
Η ΚΕΔΙΠΕΣ ιδρύθηκε το 2018 ως 100% θυγατρική της SEDIPES, για να αναλάβει τα ΜΕΔ και λοιπά στοιχεία ενεργητικού της Cyprus Cooperative Bank. Εντάχθηκε σε εγκεκριμένο καθεστώς κρατικής ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με εντολή σταδιακής απομόχλευσης και υποχρέωση επιστροφής της ενίσχυσης.
Σε αντίθεση με το ελληνικό μοντέλο Ηρακλής (ιδιωτικά SPV τιτλοποίησης με κρατική εγγύηση), η ΚΕΔΙΠΕΣ — όπως και τα NAMA (Ιρλανδία), SAREB & FROB (Ισπανία), FMS Wertmanagement (Γερμανία), HETA Asset Resolution (Αυστρία) — λειτουργεί ως κλασική ευρωπαϊκή bad bank: χωρίς τιτλοποίηση με κρατική εγγύηση, χωρίς επέκταση δραστηριοτήτων, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση και εκκαθάριση των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού.