Ο οίκος Moody’s προχώρησε 1 στην τεχνική ανάλυση της πρόσφατης απόφασης του Αρείου Πάγου αντιμετωπίζοντάς την ως αρνητικό παράγοντα πιστοληπτικής ικανότητας λόγω πιθανής μείωσης ταμειακών ροών στις επιχειρήσεις εμπορίας πιστωτικών ανοιγμάτων και αυξημένου κινδύνου κατάπτωσης εγγυήσεων του Σχήματος «ΗΡΑΚΛΗΣ».
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή ελέγχεται ότι δεν ενσωματώνει τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού και διεθνούς χρηματοπιστωτικού δικαίου, οι οποίες επιβάλλουν ορθή κατανομή βαρών (burden sharing), αποτροπή ηθικού κινδύνου, περιορισμό υπερβολικής μόχλευσης, αποφυγή αθέμιτων κρατικών ενισχύσεων, προστασία της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού, ευθυγράμμιση των τιτλοποιήσεων με πραγματικούς κινδύνους.
Η αξιολόγηση της απόφασης του Αρείου Πάγου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο, αλλά διορθωτική παρέμβαση που ενισχύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
1. 8η Κρατική Ενίσχυση – «εξαιρετική νομιμοποίηση των Ε.Δ.Α.Δ.Π. ως μη δικαιούχων» και «Μη υποχρέων»
Η επίκληση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης προϋποθέτει, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ και τη συναφή νομολογία, την ύπαρξη ιδίου, άμεσου και αυτοτελούς εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, δηλαδή συμφέροντος διακεκριμένου τόσο από εκείνο του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει όσο και από απλή οικονομική ή λειτουργική συνάφεια με την έκβαση της δίκης.
Η επίκληση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης προϋποθέτει, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ και τη συναφή νομολογία, την ύπαρξη ιδίου, άμεσου και αυτοτελούς εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, δηλαδή συμφέροντος διακεκριμένου τόσο από εκείνο του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει όσο και από απλή οικονομική ή λειτουργική συνάφεια με την έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, η παρεμβαίνουσα δεν διαθέτει τέτοιο ίδιο έννομο συμφέρον, καθόσον ομολογείται δικαστικά ότι το συμφέρον που αντλείται είναι εκείνο της Pillar. Η επίκληση εννόμου συμφέροντος συνδεόμενου αποκλειστικά με την έκβαση της δίκης υπέρ της τράπεζας ή της Pillar αναιρεί εννοιολογικά τον «αυτοτελή» χαρακτήρα της παρέμβασης, διότι μετατρέπει την υποτιθέμενη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση σε απλή διαδικαστική υποστήριξη αλλότριου δικαιώματος, η οποία, κατά το σύστημα της πολιτικής δικονομίας, δεν αρκεί για τη θεμελίωση παραδεκτής αυτοτελούς παρέμβασης.
Οι διατάξεις του Α3 παρ 4 του ν. 4354/2015
Και είναι μεν αληθές ότι αναγνωρίστηκε με τις διατάξεις του Α2 §4 ν. 4354/15 στις Ε.Δ.Α.Δ.Π. εξαιρετική νομιμοποίηση, όμως το κράτος και οι οντότητες διαχείρισης των ΜΕΔ επικαλούνται ότι είναι εφαρμοστέες οι δια-τάξεις του ν. 3156/2003.
Και ναι μεν η πλειοψηφία επεξέτεινε ερμηνευτικά τις διατάξεις του Α2 Π4 του ν.4354/2015 και ανα-γνώρισε με την απόφαση 1/2023 ότι και με τις διατάξεις του ν. 3156 /2003 παρέχεται «εξαιρετική νομιμοποίηση» στις Ε.Δ.Α.Δ.Π. (αν και δεν περιλαμβανόταν) και το ελληνικό κράτος πρωτοφανώς έσπευσε και να τη νομοθετήσει λίγους μετά με το Α115 ν. 5072/23, στο πλαίσιο προσπάθειας να δημιουργηθεί βάση ‘ισχυρισμού’ ότι «υφίσταται ρητή και ειδική νομοθετική πρόβλεψη που απονέμει την ‘εξαιρετική νομιμοποίηση’ στις εταιρίες διαχείρισης (προ-φανώς εξαιτίας της ανησυχίας τους ότι η πλειοψηφική γνώμη ήταν λανθασμένη και λογιζόταν ανυπόστατη και δεν δέσμευε την υπόλοιπη δικαιοσύνη),
Η γνώμη της μειοψηφίας μελών του ΑΠ στην απόφαση 1/2023 ΑΠ4
Όμως, η γνώμη της πλειοψηφίας των Μελών της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την απόφαση 1/2023, προβαίνοντας σε αναλογική εξομοίωση των ιδιωτικών εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων με φορείς κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης, είναι λανθασμένη. Αγνόησε και παρέλειψε να αναδείξει να δεχτεί το κρίσιμο κοινό γνώρισμα των περιπτώσεων που επικαλείται, δηλαδή την ύπαρξη θεσμικά προσδιορισμένης δημόσιας υποχρέωσης. Η απλή επίκληση της διευκόλυνσης της είσπραξης ή της λειτουργικής ενότητας του συστήματος δεν αρκεί για τη θεμελίωση κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης, διότι η δικονομική ευχέρεια δεν υποκαθιστά τη ρητή νομοθετική επιλογή ούτε η αποτελεσματικότητα της αγοράς δύναται να περιορίσει θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Όπως όφειλε να αναδείξει και να δεχτεί ότι η καθ’ ης Ε.Δ.Α.Δ.Π. δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, ούτε ως “μη δικαιούχος διάδικος”, διότι η «εξαιρετική νομιμοποίηση» που της αναγνωρίζεται δεν πληροί οποιαδήποτε από τις δογματικές προϋποθέσεις που η πολιτική δικονομία, η επιστήμη και η βιβλιογραφία αναγνωρίζει για μια τέτοια δικονομική υποκατάσταση.
Η ελληνική έννομη τάξη επιτρέπει την εξαιρετική νομιμοποίηση μόνο σε περιπτώσεις όπου ο πραγματικός δι-καιούχος αδυνατεί αντικειμενικά να ασκήσει το δικαίωμά του, όπου απαιτείται προστασία συλλογικού συμφέρο-ντος, θεραπεία σύγκρουσης συμφερόντων ή αποτροπή βλάβης τρίτων από την αδράνεια του δικαιούχου.
Χαρακτηριστικά, σε περιπτώσεις ασκήσεως λειτουργήματος διαχειριστών ξένης περιουσίας, όπως ο Σύνδικος της πτωχεύσεως για τις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, ο αναγκαστικός διαχειριστής, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομίας, ο διάδικος που διέθεσε το επίδικο αντικείμενο κατά τη διάρκεια της δίκης, ο πλαγιαστικός ενάγων-δανειστής του οφειλέτη, δικαιούχου του επίδικου δικαιώματος, τα αναγνωρισμένα επαγγελ-ματικά σωματεία εργαζόμενων και εργοδοτών, των αναγνωρισμένων ενώσεων ή επιμελητηρίων, οι ενώσεις κατα-ναλωτών, το ΤΕΕ, οι Οργανισμοί Συλλογικής Διαχειρίσεως και προστασίας συγγενικών δικαιωμάτων, ο Οργανι-σμός Διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας και ο Οργανισμός Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας για τις περιουσιακές δίκες των μονών, ο εισαγγελέας στη δίκη ακυρώσεως του γάμου, η μητέρα που επιδιώκει τη δικα-στική αναγνώριση της πατρότητας του εκτός γάμου γεννημένου τέκνου της, ο Υπουργός Οικονομικών στις περι-πτώσεις κοινωφελών περιουσιών, ο πλοίαρχος, ο εφοπλιστής ή πλοιοκτήτης σε περίπτωση επιθαλάσσιας αρωγής, η Κεντρική Αρχή για τη διεθνή απαγωγή παιδιών.
Σε όλες αυτές τις κλασικές περιπτώσεις μη δικαιούχων διαδίκων αναγνωρίζεται αβίαστα ένα κοινό και κρίσιμο δογματικό γνώρισμα: όλοι οι φορείς αυτοί ενεργούν υπό ιδιότητα θεσμικά προσδιορισμένης υποχρέωσης παροχής δημόσιας ή συλλογικής υπηρεσίας, δεσμευόμενοι από καθήκοντα αντικειμενικής δράσης, νομιμότητας και υπηρε-σιακής ευθύνης. Η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησή τους δεν απονέμεται ως προνόμιο, αλλά ως αναγκαίο μέσο εκπλή-ρωσης της θεσμικής τους αποστολής. Η παρέμβαση του νομοθέτη αποσκοπεί στο να αποκαταστήσει πραγματική θεσμική ανεπάρκεια του φορέα του δικαιώματος.
Υπό το πρίσμα αυτό, η αποσπασματική, ερμηνευτική και επικίνδυνη (αφού δημιουργεί προηγούμενο για το μέλλον, που θα προκαλέσει τραγικές συνέπειες) αναγνώριση δικονομικής δράσης σε ιδιωτικούς διαχειριστές απαιτή-σεων, χωρίς ενιαίο θεσμικό καθεστώς κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης που να καλύπτει όλα τα στάδια της δικαστικής προστασίας, αναδεικνύει την απουσία της απαιτούμενης νομοθετικής θεμελίωσης και επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για λειτουργική διευκόλυνση ιδιωτικής είσπραξης (είναι χαρακτηριστικές οι διατάξεις του Α7 του ν. 5072/23 ) και όχι για θεσμικά κατοχυρωμένη απόκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της νομιμοποίησης του ουσιαστικού δικαιούχου. Είναι προφανές ότι το αστικό ακαταδίωκτο που εισάγεται με το Α7 του ν. 5072/2023 των διαχειριστών, όπως ανα-λύεται στη συνέχεια στην επόμενη συγκλονιστικά παράνομη κρατική ενίσχυση του αστικού ακαταδιώκτου τους αποτελεί ασπίδα προστασίας των Ε.Α.Α.Δ.Π, όσο και των Ε.Δ.Α.Δ.Π. αγοραστών απαιτήσεων
Ορθώς, αντιθέτως, η μειοψηφία της ίδιας απόφασης επισημαίνει ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση δεν μπορεί να επεκτείνεται ερμηνευτικά, ιδίως όταν αφορά ιδιωτικούς φορείς χωρίς δημόσια αποστολή και όταν η σχετική ρύθμιση δεν προβλέπεται ρητώς στο εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, ιδίως στον ν. 3156/2003. Και ορθά δεν τους αναγνωρίζει τέτοια ιδιότητα. Η προσέγγιση αυτή εναρμονίζεται με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, την προβλεψιμότητα της δίκης και τη συνταγματική απαίτηση σαφήνειας των παρεκκλίσεων από τους θεμελιώδεις κανόνες της πολιτικής δίκης.
Ώστε, τόσο η γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του Αρείου Πάγου στην απόφαση της Ολομέλειάς του, όσο και η νομοθέτηση της εξαιρετικής νομιμοποίησης των Ε.Δ.Α.Δ.Π. είναι ανυπόστατη και ανίσχυρη γιατί, η «εξαιρετι-κή νομιμοποίηση» δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις δογματικές προϋποθέσεις που η πολιτική δικονομία, η επι-στήμη και η βιβλιογραφία αναγνωρίζει για μια τέτοια δικονομική υποκατάσταση, αλλά και διότι αποτελούν θεσμο-θέτηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης ως ασυμβίβαστη προς τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, όπως αναλύε-ται στη συνέχεια.
3. Αλλά και με την υπόθεση εργασίας ότι δεν τίθεται ζήτημα δικονομικής αναγκαιότητας συντρέχει λόγος και πάλι απόρριψης της παρέμβασης, διότι αν το κράτος και ο τραπεζικός τομέας ήθελαν πραγματικά να υπηρετήσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον, τις διατάξεις και αρχές του Συντάγματος, όπως της ισότητας και της αναλογικότητας και τους κανόνες του υπέρτερης ισχύος υπερεθνικού, τότε πολύ απλά, το κράτος θα δημιουργούσε σύμφωνα με τους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων bad banks ή ανεξάρτητους δημόσιους φορείς, στους οποίους θα επέβαλε υπο-χρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, όπως έπραξαν η Κύπρος, Ιρλανδία, Γερμανία, Αυστρία και Ισπανία δη-μιουργώντας τους οργανισμούς διαχείρισης και εποπτείας (ΚΕΔΙΠΕΣ ), ΝΑΜΑ, SAREB και FROB FMS Wertmanage-ment (FMS WM) , HETA Asset Resolution), οπότε και θα ήταν αποδεκτή η έγερση ζητήματος θέσπισης καθεστώτος «εξαιρετικής νομιμοποίησής» τους και θα ήταν σε αρμονία με τις αρχές που περιγράφηκαν.
Όμως αυτό δεν συνέβηκε.
Αντίθετα αυτό που διαπιστώνεται σαφώς ότι συνέβηκε και συμβαίνει ήδη για 11ο έτος στην Ελλάδα (με τις ευ-λογίες ή συνεπεία έλλειψης δεξιοτήτων του πολιτικού συστήματος και τη ραθυμία και έλλειψη διάθεσης της δικαιο-σύνης να ορθώσει το Ανάστημά της) είναι η σύμπραξη κράτους, τραπεζικού τομέα και ιδιωτικών κερδοσκοπικών εμπορικών σχημάτων να διαμορφώσουν ένα λεόντειο πλαίσιο διαχείρισης των πιστωτικών ανοιγμάτων μη εξυπη-ρετούμενων, αλλά και υπο ή και εξυπηρετούμενων.
Στο πλαίσιο αυτό η πρόθεση και το αποτέλεσμα που παράχθηκε ήταν και γιγαντώνεται, άγνωστοι, ως επί το πλείστον αλλοδαποί και εγχώριοι επενδυτές, να αποκτήσουν το δικαίωμα είσπραξης δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να έχουν έδρα στη χώρα, χωρίς ΑΦΜ, χωρίς εγγραφή στα εμπορικά μητρώα, με θυριδική παρουσία σε διάφορες χώρες, εταιρικά σχήματα, ταμεία, hedge και equity funds να αποκτούν τα πιστωτικά ανοίγματα αντί πινακίου φα-κής και να τα εισπράττουν με fast track δικαστικές διαδικασίες και διαδικασίες διπλής είσπραξης, εξοβελίζοντας τις εξουσίες του νομοθετικού σώματος και της δικαιοσύνης, χωρίς να καταβάλλουν φόρους εισοδήματος, χωρίς να υ-ποφέρουν όπως όλες οι επιχειρήσεις της αγοράς το ιδρυτικό και λειτουργικό κόστος, απολαμβάνοντας πακτωλούς δισεκατομμυρίων με τη μορφή αθέμιτων κρατικών ενισχύσεων και απότοκων υπέρογκων οικονομικών πλεονεκτη-μάτων (υπεραντισταθμίσεις), ιδρύοντας, ακόλουθα, παρακλάδια τους (REOCOs), συμπράττοντας με πανίσχυρους τεχνολογικούς παρόχους με σκοπό τη διείσδυση με κυρίαρχο, δεσπόζοντα τρόπο στις κρίσιμες αγορές των πιστώ-σεων, των ακινήτων και των υπηρεσιών δημιουργώντας και άλλες κύριες, δευτερογενείς και τριτογενείς αγορές.
Η σαφής πρόθεση, που υπόκειται, της παροχής της «εξαιρετικής νομιμοποίησης» στα παρακλάδια του μηχανι-σμού, τις εταιρίες διαχείρισης, ήταν και παραμένει η παροχή αθέμιτου οικονομικού αποτελέσματος, με τη μείωση του λειτουργικού κόστους των funds, η μαζική και βιομηχανική είσπραξη απαιτήσεων μέσω τρίτων, η απομόνωση των επενδυτών και των οργάνων τους, των funds από δικονομικούς κινδύνους και η παροχή σε αυτά πλεονεκτήμα-τος έναντι κάθε άλλου πιστωτή που υποχρεούται να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη.
Η οικονομική σημασία της εν λόγω πρόσθετης, ιλιγγιώδους, αθέμιτης κρατικής ενίσχυσης είναι εξαιρετικά με-γάλη, διότι η παροχή «εξαιρετικής νομιμοποίησης» των εταιριών διαχείρισης λειτουργεί ως μηχανισμός που επιτρέ-πει στα αλλοδαπά επενδυτικά κεφάλαια να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα χωρίς φορολογική παρουσία και χω-ρίς υπαγωγή στη φορολογική εθνική μεταχείριση που θα ίσχυε για κάθε άλλο οικονομικό φορέα. δεν λειτουργεί απλώς ως δικονομική διευκόλυνση, αλλά ως μηχανισμός που επιτρέπει στους Αγοραστές απαιτήσεων και τους ιδιο-κτήτες τους να αποφεύγουν φορολογικές υποχρεώσεις που θα ήταν αναπόφευκτες εάν εμφανίζονταν τα ίδια ως διάδικοι, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τον χαρακτήρα της ρύθμισης ως έμμεσης κρατικής ενίσχυσης μεγάλης κλίμακας.
Η «εξαιρετική νομιμοποίηση» των εταιριών διαχείρισης, αποτέλεσμα ανίερων σχεδιασμών κράτους και των κυρίων του, ακόλουθα συνεχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός υποκατάστασης της φορολογικής και δικονομικής παρουσίας των funds στην Ελλάδα, επιτρέποντάς τους να ασκούν δικαιώματα, να εισπράττουν απαιτήσεις και να ενεργοποιούν τον κρατικό μηχανισμό αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς μόνιμη εγκατάσταση, χωρίς ΑΦΜ, χωρίς κα-ταχώρηση στο ΓΕΜΗ, χωρίς φορολογική υποχρέωση και χωρίς να υπάγονται στη φορολογική εθνική μεταχείριση που ισχύει για κάθε άλλο οικονομικό φορέα.
Η απώλεια φορολογικών εσόδων που προκύπτει από την ασυλία αυτή είναι χονδρική και συστημική, (δεδομέ-νου ότι αφορά χαρτοφυλάκια, τα γνωστά μέχρι στιγμής, μη εξυπηρετούμενα, συνολικής ονομαστικής αξίας άνω των €120 δις) και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κρατικής ενίσχυσης μέσω θεσμικού προνομίου, το οποίο δεν παρέχεται σε καμία άλλη κατηγορία ιδιωτών ή επιχειρήσεων.» Απλός χονδρικός υπολογισμός με παραδοχή, ότι τα funds τα αγόρασαν στο 10% της αξίας τους παρέπεται, ότι απέφυγαν φορολογία εισοδήματος της τάξης του φόρου εισοδήματος 22% χ 12 δις = €2.640.000.000. Το ποσό αυτό διοχετεύθηκε στην αλλοδαπή αφορολόγητο στις ιδιωτικές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις ειδικού σκοπού, στους οποίους το Κράτος από το 2023 μερίμνησε να συμπεριλάβει και φυσικά πρόσωπα (4 παρ. 6, 21, 23 Αγοραστής πιστώσεων μπορεί να είναι φυσικό πρόσωπο και νομικό πρόσωπο εκτός από Π.Ι και Χ.Ι, που μπορεί να εδρεύει εντός ή εκτός Ε.Ε.. Στη δεύτερη περίπτωση, υποχρε-ούται να ορίζει αντιπρόσωπο που εδρεύει εντός Ε.Ε (όμως το κράτος αρνήθηκε το ίδιο δικαίωμα στο δανειολήπτη).
Στην Ελλάδα απέμειναν τα ψίχουλα του φόρου εισοδήματος των εταιριών διαχείρισης από τις συμφωνημένες προμήθειες.
Εξάλλου αυτή η αθέμιτη κρατική ενίσχυση, εκτός από την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εγχώριων και αλλοδαπών επιχειρήσεων, παραβιάζει και επηρεάζει καταλυτικά και το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών της Ευρωπαϊ-κής Ένωσης, κατά την έννοια των άρθρων 101 επ. και 107 ΣΛΕΕ. Η επίμαχη ρύθμιση παρέχει σε αλλοδαπά επεν-δυτικά κεφάλαια – τα οποία δραστηριοποιούνται διασυνοριακά στην αγορά ΜΕΔ – θεσμικό πλεονέκτημα που δεν απολαμβάνει καμία εγχώρια επιχείρηση, επιτρέποντάς τους να ασκούν δικαιώματα και να εισπράττουν απαιτήσεις στην Ελλάδα χωρίς φορολογική παρουσία, χωρίς μόνιμη εγκατάσταση και χωρίς τις δικονομικές υποχρεώσεις που βαρύνουν κάθε άλλο οικονομικό φορέα.
Πρόκειται για κρατική, έμμεση, ασυμβίβαστη προς τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και μη ελεγχόμενη ε-νίσχυση υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας ιδιωτικών επενδυτικών φορέων που συνιστά μεταφορά κρατικών πόρων, χωρίς ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας (https://eur-lex.europa.eu/legalcontent/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32012D0021 ), χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς μηχανισμό αποφυγής υπεραντιστάθμισης, χωρίς διαδικασία επιλογής ή ανταγωνισμού, δηλαδή με περιεχόμενο που δεν πληροί οποιοδήποτε από τα [4] κριτήρια Altmark. Η ενίσχυση αυτή και το εθνικό ιδιώνυμο θεσμικό πλαίσιό τους, δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (άρθρο 108 ΣΛΕΕ), νοθεύει τον ανταγωνισμό, επηρεάζει το εμπόριο με-ταξύ κρατών-μελών, παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα σε αλλοδαπά funds, αποκλείει εγχώριους φορείς.
Η κρατική ενίσχυση «εξαιρετική νομιμοποίηση» των εταιριών διαχείρισης είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, διότι στρεβλώνει /νοθεύει τον ανταγωνισμό, επηρεάζει το ενδοενωσιακό εμπόριο, παρέχει επιλεκτικό πλεο-νέκτημα σε αλλοδαπούς επενδυτές, αποκλείει εγχώριους φορείς από ισότιμη συμμετοχή στην αγορά NPLs, και υπο-νομεύει την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας.
Σημειώσεις
1. Moody’s: Νέοι κίνδυνοι για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες από την απόφαση του Αρείου Πάγου
2. Ψήφισμα Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, G-20 Pittsburgh, 8 Οκτωβρίου 2009
3. ΔΝΤ: Moral Hazard: A Financial Crisis Primer, Finance & Development, Σεπτέμβριος 2010
4. ΣΛΕΕ Άρθρα 107-109 — Κρατικές ενισχύσεις